Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

ΚΑΛΑΜΑΤΑ 1934






Στις αρχές του εικοστού αιώνα ο κόσμος εξακολουθούσε να συρρέει στις εκβιομηχανιζόμενες πόλεις για ένα «καλύτερο μέλλον», δηλαδή ένα κομμάτι ψωμί που του εξασφάλιζε η υποταγή του σε αυτό που κομψά αποκαλείται «αγορά εργασίας». Ένα ξεροκόμματο έπαιρναν και οι λιμενεργάτες και μυλεργάτες της Καλαμάτας από τους ιδιοκτήτες των μύλων που πλούτιζαν στην πλάτη τους.

Το ποτήρι ξεχείλισε όταν οι ιδιοκτήτες των μύλων, Πάστρας και Τραβασάρας, αγόρασαν ένα απορροφητικό μηχάνημα που θα μετέφερε το σιτάρι απευθείας από τα αμπάρια των πλοίων στα σιλό, παρακάμπτοντας τους λιμενεργάτες-φορτοεκφορτωτές. Η τεχνολογία όταν χρησιμοποιείται για την αύξηση της κερδοφορίας δεν σηματοδοτεί τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας αλλά αντίθετα απολύσεις και ανεργία, κάτι που οι εργαζόμενοι ζουν στο πετσί τους.

Το κράτος και τα αφεντικά για να αποφύγουν τις αντιδράσεις πρόσφεραν στους εργάτες 6 δραχμές ανά τόνο σιταριού που θα εκφόρτωνε η «ρουφήχτρα» και ταυτόχρονα άρχισαν να κινητοποιούν τις κατασταλτικές δυνάμεις του νομού. Στις 7 Μαΐου, η γενική συνέλευση των λιμενεργατών απέρριψε την προσφορά και αποκήρυξε τους συνδικαλιστές που βιάστηκαν, ως είθισται, να την αποδεχτούν. Αποφασίστηκε απεργία στην οποία συμμετείχαν και οι μυλεργάτες, τα καταστήματα του λιμανιού και το μεγαλύτερο μέρος της πόλης.

Τα εγκαίνια του απορροφητήρα είχαν προγραμματιστεί για την Τετάρτη 9 Μαΐου.΄Ηδη από την παραμονή η πόλη είχε νεκρώσει από την απεργία την ώρα που η εξουσία έστηνε τα πολυβόλα της, το στρατό και τη χωροφυλακή στο λιμάνι και τα αφεντικά οχύρωναν τους μύλους με τους μπράβους και τους τραμπούκους τους.

Την Τετάρτη 9 Μαΐου οι απεργοί που συγκεντρώνονται στο λιμάνι μαζί με τις οικογένειές τους και αλληλέγγυους καλαματιανούς για να αποτρέψουν την εκφόρτωση του πλοίου «Λίμνη» απωθούνται από τους στρατιώτες με τους υποκόπανους των όπλων. Το φρόνημα των απεργών δεν κάμπτεται και επιχειρούν να προσεγγίσουν το φρουρούμενο πλοίο από τη θάλασσα χρησιμοποιώντας μια βάρκα που σέρνει μια φορτηγίδα στην οποία επιβιβάζονται λιμενεργάτες, αλληλέγγυοι, ακόμα και παιδιά. Ο κόσμος στην προκυμαία τους ενθαρρύνει και ξαναπροσπαθεί να σπάσει τον κλοιό των στρατιωτών για να φτάσει στους μύλους. Τα όπλα του κράτους ξερνούν καυτό μολύβι. Δύο λιμενεργάτες νεκροί στη φορτηγίδα, τρεις νεκροί στην προκυμαία και πολλοί τραυματίες.
Με τα σώματα των νεκρών λιμενεργατών στους ώμους, οι εξεγερμένοι κατευθύνονται προς το κέντρο της πόλης που βράζει από αγανάκτηση καταστρέφοντας στο διάβα τους την Τράπεζα Αθηνών, κρατικά κτίρια και μέσα μεταφοράς, το σπίτι του Πάστρα και διαλύοντας τη στρατιωτική φρουρά. Και ενώ οι εξεγερμένοι μάχονται με πέτρες και με ξύλα, ο στρατός και η έφιππη χωροφυλακή ξαναχρησιμοποιούν τα όπλα. Άλλοι τρεις νεκροί στους δρόμους της πόλης, που η περισυλλογή τους θα απαγορευτεί για ώρες προς γνώση και συμμόρφωση...

Την επόμενη μέρα, 10 Μαΐου, οι κηδείες των νεκρών είναι ένα ξέσπασμα οργής απέναντι στην εξουσία και την εκμετάλλευση. Όλα τα σωματεία της πόλης απεργούν. Ο δικηγορικός σύλλογος Καλαμάτας καταγγέλλει ευθέως τις στρατιωτικές αρχές ως υπεύθυνες για τη σφαγή και η εφημερίδα «Ανεξάρτητος» γράφει: «...Η χθεσινή ημέρα ανέτειλε υπό το καθεστώς αυτό της απιστεύτου στρατοκρατίας και τρομοκρατίας, δια να βαφή με το αίμα αθώων εργατών, βληθέντων δολίως και ατίμως υπό ατύχων στρατιωτών οι οποίοι διετάχθησαν να ρίψουν στο ψαχνό!». Κάτω από τη γενική κατακραυγή, η εκφόρτωση του πλοίου ματαιώνεται και για τα μάτια του κόσμου απομακρύνονται από τη θέση τους ο νομάρχης, ο τοπικός στρατιωτικός διοικητής και ο διοικητής της χωροφυλακής, καθώς και ο λιμενάρχης. Οι πραγματικοί δολοφόνοι, οι λακέδες του κράτους και των αφεντικών, δεν δικάστηκαν ποτέ. Αντίθετα, αυτοί που θεωρήθηκαν πρωτεργάτες της εξέγερσης καταδικάστηκαν και πήραν το δρόμο της φυλακής και της εξορίας.

Για την εξέγερση της Καλαμάτας οι μεγαλύτερες απεργιακές κινητοποιήσεις έγιναν στη Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη που δύο χρόνια μετά, στις 9 Μαΐου 1936, πλήρωσε με 12 νεκρούς καπνεργάτες και εξεγερμένους το δολοφονικό μένος του κράτους και των εργοδοτών.

Από τότε και μέχρι σήμερα ακολουθούν εκατόμβες νεκρών...Τα κράτη και η εργοδοσία δεν διστάζουν να πυροβολούν, να δολοφονούν στους χώρους εργασίας (εργατικά «ατυχήματα»), να εξαθλιώνουν τους ανέργους, να ψεκάζουν με χημικά, να φυλακίζουν όσους αντιστέκονται στην απάνθρωπη λογική τους, να διεξάγουν πολέμους ξοδεύοντας αφειδώς τη ζωή των εργαζομένων.

Αν κλείσουμε τα αυτιά μας στις σειρήνες των δημοσκοπήσεων και τα μάτια μας στην τηλεοπτική προπαγάνδα και τολμήσουμε να τραβήξουμε τις γλοιωδέστατα χαμογελαστές μάσκες των πρωθυπουργών, υπουργών, πολιτικών, εργοδοτών, τραπεζιτών, χρηματιστών, θα βρεθούμε μπροστά στον βρυκόλακα της εξουσίας, της καταστολής, της εκμετάλλευσης, και δολοφόνο των λιμενεργατών και εξεγερμένων της Καλαμάτας του 1934 : Αντώνη Μαραγκουδάκη, Ανδρέα Σπάλα, Παναγιώτη Μπλίκου, Γιάννη Κολιτσιδάκη, Π. Πηλίκα, Βασίλη Γιαλατσινού, Βασίλη Καπετανέα, καθώς και μιας γυναίκας που σκοτώθηκε μέσα στο περίπτερό της και της οποίας το όνομα δεν διευκρινίζεται στον τοπικό τύπο της εποχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: