Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

Καλαμάτα-Μέρες ταξικής μνήμης


Καλαμάτα Μέρες ταξικής μνήμης
Τρεις κι ο Σκυλος

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΜΝΗΜΗΣ


ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΜΝΗΜΗΣ

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ.
ΚΑΛΑΜΑΤΑ 1934


Η πόλη της Καλαμάτας αριθμεί σήμερα πάνω από 50 χιλιάδες κατοίκους. Η ανεργία είναι ένα από τα βασικά προβλήματα της πόλης, όπως άλλωστε και όλης της περιοχής της Πελοποννήσου. Σήμερα λίγα εργοστάσια έχουν μείνει στην περιοχή, κυρίως μικρές βιοτεχνίες. Το μόνο μεγάλο εργοστάσιο είναι αυτό της καπνοβιομηχανίας Καρέλια το οποίο συνεχώς απολύει εργάτες καθώς αποκτά νέα μηχανήματα που αντικαθιστούν τα εργατικά χέρια. Η τεχνολογική «ανάπτυξη» είναι για άλλη μια φορά η αιτία για την δυστυχία πολλών ανθρώπων.
Κάτι ανάλογο έγινε στην πόλη και το 1934. Όμως, την εποχή εκείνη, σε αντίθεση με την σημερνή αδράνεια, οι αντιδράσεις οδήγησαν σε μια αιματοβαμμένη εξέγερση που ανέδειξε τη δύναμη που κρύβουν μέσα τους οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι.
Το 1934 οι εργάτες στο λιμάνι της Καλαμάτας (που τότε ήταν ένα από τα πιο δραστήρια λιμάνια στον ελλαδικό χώρο) ήρθαν αντιμέτωποι με τα τεχνολογικά «επιτεύγματα» της εποχής. Στο λιμάνι λειτουργούσαν τότε οι μεγάλοι αλευρόμυλοι «Ευαγγελίστρια». Πολλά καράβια που μετέφεραν σιτάρι έφθαναν εκεί για την παραγωγή αλευριού. Οι ιδιοκτήτες των μύλων (Πάστρας και Τραβασάρας) είχαν αποφασίσει να αγοράσουν ένα νέο μηχάνημα το οποίο θα ρουφούσε το σιτάρι από τα αμπάρια των πλοίων και θα το οδηγούσε κατευθείαν στον μύλο. Αυτό βέβαια θα είχε σαν συνέπεια την απόλυση πολλών από τους φορτοεκφορτωτές που έκαναν μέχρι τότε την δουλειά αυτή. Για να αποφευχθούν οι σίγουρες αντιδράσεις, το κράτος αποφάσισε να δίνονται στους εργάτες 6 δραχμές για κάθε τόνο σιταριού που θα εκφορτωνόταν από την «ρουφήχτρα». Όμως οι λιμενεργάτες δεν έπεσαν σε αυτήν την παγίδα.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά την εγκατάσταση και λειτουργία της «ρουφήχτρας» είναι τέτοια που δείχνουν την δύναμη της κοινωνικής αλληλεγγύης και μαχητικότητας, αλλά και την κρατική κτηνωδία.

Οι βιομήχανοι της «Ευαγγελίστριας» αποφάσισαν να λειτουργήσουν τον απορροφητήρα την Τετάρτη 9 Μαΐου 1934. Τρεις μέρες πριν, την Κυριακή 6 Μαΐου, στην Νομαρχία Μεσσηνίας πραγματοποιείται σύσκεψη των τοπικών εξουσιαστών για την αντιμετώπιση των αντιδράσεων στην επικείμενη λειτουργία του μηχανήματος. Στην σύσκεψη συμμετέχουν και εκπρόσωποι των κυλινδρόμυλων. Η απόφαση τους είναι να ληφθούν ισχυρά μέτρα φρούρησης των εγκαταστάσεως της βιομηχανίας στο λιμάνι εν όψη μάλιστα και της άφιξης δυο πλοίων με σιτάρι το οποίο θα εκφορτωνόταν από την «ρουφήχτρα». Πράγματι το απόγευμα της Κυριακής κατέβηκαν στο λιμάνι όλες σχεδόν οι κατασταλτικές δυνάμεις του νομού. Στρατιώτες και χωροφύλακες συντάχτηκαν σε θέση μάχης. Στα «μέτρα ασφαλείας» συμμετείχε και το σύνολο της έφιππης χωροφυλακής της περιοχής αλλά και μπράβοι των βιομηχάνων.

Την Δευτέρα 7 Μαΐου στη γενική συνέλευση των λιμενεργατών αποφασίζεται απεργία για την επόμενη μέρα. Οι περισσότεροι καταστηματάρχες της περιοχής του λιμανιού αποφάσισαν να κρατήσουν και αυτοί κλειστά τα μαγαζιά τους την Τρίτη σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους λιμενεργάτες. Κάποιες προσπάθειες συνδικαλιστών να επικοινωνήσουν τηλεφωνικά με το υπουργείο οικονομικών για «να βρεθεί μια λύση» συναντά την αδιαφορία της κυβέρνησης. Έτσι κάποιοι συνδικαλιστές πήγαν μέχρι την Αθήνα για να διαπραγματευτούν. Όμως, τελικά, αυτοί αποδέχτηκαν την κυβερνητική πρόταση (για αποζημίωση 6 δραχμών ανά τόνο εκφόρτωσης). Όταν έγινε γνωστή στην γενική συνέλευση η συμφωνία που έκαναν οι συνδικαλιστές στην Αθήνα, οι λιμενεργάτες την απέρριψαν και αποκήρυξαν τους δύο συνδικαλιστές.

Από το πρωί της Τρίτης 8 Μαΐου, ένοπλοι περίπολοι του στρατού και της χωροφυλακής γυρίζουν στους δρόμους της πόλης. Ένα πολυβόλο του στρατού έχει στηθεί στο λιμάνι. Η απεργία έχει νεκρώσει την πόλη και κυρίως την περιοχή του λιμανιού που τα πάντα είναι κλειστά. Στην απεργία συμμετέχουν και οι μυλεργάτες. Το απόγευμα το πλοίο «Λίμνη» φτάνει στο λιμάνι της Καλαμάτας γεμάτο σιτάρι. Οι εργάτες μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, μαζεύονται στο λιμάνι για να αποδοκιμάσουν το αγκυροβόλημα του πλοίου. Γίνεται μια αποτυχημένη προσπάθεια να διασπαστούν οι γραμμές των αστυνομικών και στρατιωτών χωρίς να πάρουν έκταση οι συγκρούσεις. Λίγες ώρες αργότερα, αφού είχε βραδιάσει και ο περισσότερος κόσμος είχε διαλυθεί, μια ισχυρή έκρηξη συνταράσσει την περιοχή κοντά στους μύλους χωρίς υλικές ζημιές ή τραυματισμούς. Δεν είναι σίγουρο τι ήταν ακριβώς αλλά κατά πάσα πιθανότητα ήταν βομβιστική επίθεση. Κάποιος αρτεργάτης Γιαννακέας είχε κατασκευάσει μια ισχυρή βόμβα από δυναμίτη και είχε νωρίτερα αποπειραθεί να την τοποθετήσει στους κυλινδρόμυλους αλλά κάποιοι «συναγωνιστές του» τον απέτρεψαν. Είναι πολύ πιθανό ο ίδιος να προσπάθησε ξανά…Κάποιοι ξενυχτούν στην προκυμαία εν αναμονή της επόμενης μέρας.

Από τις 6 το πρωί της Τετάρτης 9 Μαΐου, λιμενεργάτες φορτοεκφορτωτές και μυλεργάτες μαζί με τις οικογένειές τους μαζεύονται στο λιμάνι με σκοπό να αποτρέψουν την εκφόρτωση του πλοίου «Λίμνη». Οι κάτοικοι της πόλης για άλλη μια μέρα είναι στο πλευρό των λιμενεργατών. Ο στρατός είναι ξανά παραταγμένος στην προκυμαία και εμποδίζει την προσέγγιση στο δυτικό τμήμα του λιμανιού όπου βρίσκεται ο μύλος. Στρατιώτες έχουν λάβει θέσεις ακόμα και πάνω στο πλοίο «Λίμνη». Κατά τις 8 το πρωί η «ρουφήχτρα» ξεκίνησε να λειτουργεί και να αδειάζει το «Λίμνη». Επικρατεί ένταση. Ο νομάρχης φέρεται να απειλεί τους συγκεντρωμένους με τα παρακάτω λόγια: «Παιδιά μην επιμένετε, θα μετανοήσετε. Το Κράτος έχει την δύναμη να επιβάλει την θέλησή του». Οι διαδηλωτές επιτίθενται επανειλημμένα στους στρατιώτες και χωροφύλακες για να τους διασπάσουν και να φτάσουν στο σιλό όπου λειτουργεί το απορροφητικό μηχάνημα. Δεν τα καταφέρνουν. Οι στρατιώτες τους χτυπούν με τους υποκόπανους των όπλων. Τότε κάποιοι λιμενεργάτες βλέποντας ότι είναι αδύνατο να προσεγγίσουν το πλοίο και την ρουφήχτρα από τη στεριά αποφάσισαν να προσπαθήσουν μέσω θαλάσσης. Έτσι τρεις από αυτούς επιβιβάζονται σε μια βάρκα η οποία σέρνει μια μικρή φορτηγίδα όπου μπαίνουν άλλοι πενήντα λιμενεργάτες. Στην φορτηγίδα βρέθηκαν ακόμα και μικρά παιδιά. Ο κόσμος ενθουσιάζεται όταν τους βλέπει και τους ενθαρρύνει με φωνές ενώ ταυτόχρονα ορμούν πάλι εναντίον των στρατιωτών.
Καθώς η φορτηγίδα πλησίαζε προς το «Λίμνη» ακούγεται εντολή του στρατού που διατάζει όσους είναι σε αυτήν να σταματήσουν. Αυτοί όμως συνεχίζουν και τότε ο επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων διατάζει πυρ. Αναρίθμητοι πυροβολισμοί πέφτουν για είκοσι λεπτά περίπου. Κυρίως στρέφονται προς την φορτηγίδα αλλά και προς τους συγκεντρωμένους στην προκυμαία. Το πολυβόλο του στρατού ρίχνει και αυτό συνεχώς ριπές. Είναι αρκετά πιθανό πυρά να ρίχτηκαν και από τα τσιράκια των ιδιοκτητών των μύλων καθώς ακούστηκαν μερικοί πυροβολισμοί από τις εγκαταστάσεις της «Ευαγγελίστριας» και αργότερα βρέθηκαν πολλά βλήματα σε τραυματίες από μικρά όπλα που δεν είχε ο στρατός ή η χωροφυλακή.
Επικρατεί πανικός. Οι συγκεντρωμένοι προσπαθούν να προφυλαχτούν από τις σφαίρες. Λίγοι όμως φεύγουν από εκεί. Οι περισσότεροι προσπαθούν να αμυνθούν αλλά και να αντεπιτεθούν με όποιο τρόπο μπορούν, κυρίως με πέτρες αλλά και με κατά μέτωπο επίθεση. Από τους λιμενεργάτες που βρίσκονταν στην φορτηγίδα, δύο σκοτώθηκαν και τουλάχιστον άλλοι δυο τραυματίστηκαν. Στην προκυμαία πέφτουν άλλοι τρεις νεκροί και πολλοί ακόμα τραυματίζονται.
Δύο λιμενεργάτες πηδάνε σε μια βάρκα και καταφέρνουν να φτάσουν την ακυβέρνητη φορτηγίδα και να την τραβήξουν πίσω στην προβλήτα. Οι εξεγερμένοι παίρνουν στα χέρια τους τα νεκρά σώματα των λιμενεργατών και τα σηκώνουν ψηλά με βρισιές και κατάρες προς τους δολοφόνους. Οι πυροβολισμοί σταματούν. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι ένας λοχίας και δυο φαντάροι πετάνε τα όπλα τους και ενώνονται με το πλήθος. Οι συγκεντρωμένοι, με τα νεκρά σώματα των λιμενεργατών στα χέρια, φεύγουν από το λιμάνι προς το κέντρο της πόλης. Οι καλαματιανοί μαθαίνουν τα νέα για ότι έγινε στο λιμάνι και κατεβαίνουν στους δρόμους. Όλη η πόλη είναι σε αναταραχή. Κατά την πορεία των λιμενεργατών προς το κέντρο της πόλης, σπάζεται με πέτρες η Τράπεζα Αθηνών. Κάποιοι από τους διαδηλωτές μπαίνουν στο σπίτι, ενός από τους ιδιοκτήτες των μύλων, του Πάστρα, και καταστρέφουν τα πάντα μέσα σε αυτό. Μετά από λίγο ένα τραμ ακινητοποιείται και σπάζονται τα τζάμια του. Η οργή των ανθρώπων είναι μεγάλη. Συνεχώς φωνάζουν συνθήματα βρισιές και κατάρες. Άλλες ομάδες εξεγερμένων επιτίθενται και διαλύουν τη φρουρά του υπολοχαγού Παναγιωτάκου τραυματίζοντας πολλούς από τους στρατιώτες. Όμως ο στρατός και η έφιππη χωροφυλακή χρησιμοποιούν και πάλι τα όπλα. Δύο ακόμα νεκροί πέφτουν στους δρόμους της πόλης και μία γυναίκα σκοτώνεται μέσα στο περίπτερο που εργαζόταν. Πολλοί τραυματίζονται. Οι αρχές απαγορεύουν την περισυλλογή των νεκρών. Τα πτώματα μένουν στους δρόμους για πολλές ώρες σε μια προσπάθεια του κράτους να σπείρει τον τρόμο. Οι συνεχείς βίαιες επιθέσεις της χωροφυλακής διασπούν τον κόσμο σε μικρότερες ομάδες και τους απωθούν από το κέντρο της πόλης. Οι συγκρούσεις σταματούν και οι διαδηλωτές διαλύονται σιγά -σιγά. Σε όλους τους δρόμους της πόλης παραμένουν ισχυρότατες δυνάμεις του στρατού και της χωροφυλακής φοβούμενοι επανάληψη των συγκρούσεων. Όλα τα κρατικά κτήρια και το λιμάνι φρουρούνται. Αυτό το κλίμα στους δρόμους της πόλης θα παραμείνει το ίδιο, για πολλές μέρες ακόμα. Για να ησυχάσουν τα πνεύματα δίνεται διαταγή να φύγει το φορτηγό πλοίο με το σιτάρι και να πάψει η λειτουργία του σιλό.
Ο δικηγορικός σύλλογος Καλαμάτας κυκλοφορεί 2000 προκηρύξεις όπου καταγγέλλει τις στρατιωτικές αρχές ως υπαίτιες για την σφαγή.
Οι νεκροί της ημέρας είναι οι: Αντώνης Μαραγκουδάκης, Ανδρέας Σπάλας, Παναγιώτης Μπλίκος, Γιάννης Κολιτσιδάκης, Π. Πηλίκας και Βασίλης Γιαλατσινός. Ένας από τους τραυματίες, ο Βασίλης Καπετανέας, θα πεθάνει αργότερα στο νοσοκομείο.

Την Πέμπτη 10 Μαΐου, οι εξεγερμένοι θάβουν τους νεκρούς τους. Το κλίμα είναι πολύ βαρύ. Οι κηδείες είναι μικρές διαδηλώσεις. Το πλήθος που ακολουθεί τις νεκρώσιμες πομπές φωνάζει κατάρες και βρισιές προς τους δολοφόνους. Όμως δεν γίνονται συγκρούσεις. Όλα τα σωματεία της πόλης κατέβηκαν σε απεργία για να καταδικάσουν τις δολοφονικές επιθέσεις.
Ο Φρούραρχος Καλαμάτας ζήτησε ενισχύσεις από τις φρουρές Ναυπλίου και Τριπόλεως. Το κράτος ήταν έτοιμο να στείλει από την Τρίπολη ακόμα και νεοσύλλεκτους φαντάρους. Το 11 Σύνταγμα πεζικού της Τρίπολης είχε ειδοποιηθεί για την αναχώρησή του προς την Καλαμάτα αλλά τελικά δεν πήγε.

Την Παρασκευή 11 Μαΐου, το κράτος για να εκτονώσει την κατάσταση και την γενική αγανάκτηση που έχει απλωθεί σε όλον τον ελλαδικό χώρο, απομακρύνει από την θέση τους, τον νομάρχη, τον τοπικό διοικητή του στρατού, τον τοπικό διοικητή της χωροφυλακής και τον λιμενάρχη. Παράλληλα όμως συλλαμβάνει πολλούς εργάτες ως υπεύθυνους και τους παραπέμπει σε δίκη.
Η απεργία των λιμενεργατών λύνεται μετά από διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση. Το κράτος υπόσχεται στους λιμενεργάτες διάφορες παροχές αλλά για πολλές από αυτές δεν θα τηρήσει την υπόσχεσή του.
Τις επόμενες μέρες λύνεται και η απεργία των μυλεργατών.

Στις 17 Δεκέμβρη άρχισε στο Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας η δίκη των έξι κατηγορουμένων εργατών ως πρωταιτίων για τα γεγονότα της 9ης Μαΐου. Το εργατικό κέντρο Καλαμάτας κήρυξε πανεργατική απεργία για τις άδικες κατηγορίες κατά των εργατών. Η απόφαση που βγήκε τον Γενάρη του 1935, έκρινε ενόχους 4 από αυτούς και τους καταδίκασε σε φυλάκιση 18 μηνών και σε 2 χρόνια εξορία στον Άγιο Ευστράτιο. Το κράτος για άλλη μια φορά έδειξε το σκληρό και αντιανθρώπινο πρόσωπό του. Κανένας από τους στρατιωτικούς, τους αστυνομικούς, ή τους πολιτικούς δεν διώχθηκε ποινικά.

Αυτά είναι τα γεγονότα που συγκλόνισαν την Καλαμάτα αλλά και ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο σε μια περίοδο της ιστορίας πλούσια σε κοινωνικούς αγώνες σε όλο τον κόσμο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι αν και ολόκληρος ο λαός έτρεφε αισθήματα αλληλεγγύης για τους εξεγερμένους λιμενεργάτες της Καλαμάτας, η διασπασμένη τότε ΓΣΕΕ δεν κατάφερε να εξαγγείλει ούτε καν απεργία κατά τις ημέρες των συγκρούσεων, αλλά πολλές μέρες αργότερα στις 16 Μαΐου κήρυξε στάση εργασίας για μια ώρα!!! Μόνο στην Θεσσαλονίκη έγιναν σχεδόν ταυτόχρονα απεργιακές κινητοποιήσεις από κάποια σωματεία τις πόλης. Για το φαινόμενο αυτό, της «αδιαφορίας» των αρχισυνδικαλιστών αλλά και για το ότι τα γεγονότα της Καλαμάτας είναι σήμερα πολύ λίγο γνωστά, ακόμα και στην ίδια την πόλη, υπάρχει μία και μόνη εξήγηση: Κάθε αυθόρμητη και αληθινή έκρηξη της κοινωνίας που συμβαίνει, αδέσμευτη από ιδεολογικές γραμμές και δίχως καθοδηγητές, ακόμα και ως ανάμνηση, είναι επώδυνη γι’ αυτούς που έχουν την εξουσία και για όσους ελπίζουν ότι θα την αποχτήσουν. Οι κομματικοί μηχανισμοί που έχουν αναλάβει εργολαβικά την «καταγραφή--κατασκευή» της ιστορίας των κοινωνικών αγώνων στον ελλαδικό χώρο, είναι σίγουρο ότι θα ήθελαν να ξεχαστεί η εξέγερση της Καλαμάτας γιατί καθόλου δεν ευνοεί το κλίμα «εθνικής συναίνεσης» δηλαδή το κλίμα κοινωνικής υποταγής που καλλιεργούν. Εξ άλλου, τα γεγονότα στην Καλαμάτα έχουν τα χαρακτηριστικά μιας εξέγερσης που σαφέστατα στρέφεται και ενάντια στην μηχανή, δηλ. στην ίδια τη βιομηχανοποίηση, και έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις ιδεολογικές κατασκευές του βιομηχανικού εργάτη, που τον θέλουν να υποτάσσεται στο φετίχ της μηχανής και της «προόδου».
Ας σημειωθεί ακόμα ότι το ΚΚΕ εκείνη την εποχή στην Μεσσηνία είχε ελάχιστες δυνάμεις. Στις εκλογές του 1932 είχε πάρει μόνο 588 ψήφους και στις εκλογές του 1935, 768 ψήφους, όταν τα βενιζελικά και δεξιά κόμματα έπαιρναν πάνω από 40.000 ψήφους στην Μεσσηνία. Στην απόφαση της 2ης ολομέλειας του ΚΚΕ τον Νοέμβρη του 1934 αναφέρονται τα εξής: «Η κομματική οργάνωση Πελοποννήσου βρέθηκε έξω από τα γεγονότα της Καλαμάτας όσο και από την τελευταία εξέγερση των σταφιδοπαραγωγών.» Να σημειώσουμε ότι οι συνδικαλιστές που φαίνεται να έχουν κάποια ανάμειξη στα γεγονότα της Καλαμάτας προέρχονται από τον χώρο των αρχειομαρξιστών. Αυτά για να αποφευχθεί κάθε προσπάθεια οικειοποίησης.


Σημείωση:
Στοιχεία πάρθηκαν από δημοσιευμένες έρευνες των Γ. Καράμπελα και Δ. Ζέρβα στον τοπικό τύπο.


Ντοκουμέντα και Μαρτυρίες από εργάτες που ζήσανε τα γεγονότα.

«Όλα γίνανε για κείνο το σιλό. Το ‘χανε πει οι αλευράδες, πως θα το φέρνανε. Ποιος να πιστέψει μαθές πως θα φέρνανε ‘να στόμα να ρουφάει το στάρι!»
«Τα μπράτσα μας, λέγαμε, δεν μπορούν οι σκύλοι, να τα κάνουν πέρα…»
«Οι ποιο ξύπνιοι από μας και όσοι παγαίνανε με τους αναρχικούς, το λέγανε τα παιδιά: -Πρέπει να νοιαστούμε, μηχανές βάλανε και αλλού…».
«Έτσι πήγαμε στους αλευράδες και ζητάγαμε αποζημιώσεις για το ψωμί που θα χάναμε.»
«Κοροϊδεύανε… Τον εργάτη δεν τον κοιτάει κανείς. Έτσι βγήκαμε στην απεργία…»
«Αρχίσανε τα παζαρέματα. Οι εργάτες ζητάγανε 8 δραχμές για κάθε τόνο που θα ξεφόρτωνε η μηχανή. Οι αλευροβιομήχανοι καμώνονται πως το σκέφτονται. Θέλανε χρόνο, να ετοιμαστεί η αστυνομία και ο στρατός, να ‘ρθούνε ενισχύσεις, γιατί όλη η πόλη ήταν ανάστατη. Είχανε πάρει την απόφαση, να χτυπήσουνε τους αναρχικούς…»
«Απόγευμα (8 Μαΐου) και όλα τα σκυλιά κατεβήκανε στο λιμάνι. Στρατός, χωροφυλάκοι και κάτι ύποπτα μούτρα (υπονοεί τα τσιράκια των βιομηχάνων)».

Να πως περιγράφει την κατάσταση ένας από τους φαντάρους στο 11ο Σύνταγμα πεζικού στην Τρίπολη που υπηρετούσε τότε την θητεία του. «Εκείνη τη μέρα μας ανακοίνωσαν ότι θα κατέβουμε στην Καλαμάτα. Ο υπασπιστής του 11 Συντάγματος Μελανουρέας μου είχε πει χαρακτηριστικά: «Αντρέα θα πάτε στην Καλαμάτα. Κάτω έγινε επανάσταση». Τα γεγονότα εκείνης της εποχής αναστάτωσαν πάρα πολύ το κράτος. Γιατί μαζί με τους εργάτες της Καλαμάτας ξεσηκώθηκε όλη η Ελλάδα στο πλευρό τους».

Αργά το βράδυ της 9ης Μαΐου 1934 το υπουργείο εσωτερικών εκδίδει μια ανακοίνωση όπου εκτός των άλλων λέει: «…η στρατιωτική δύναμις ηνακάσθη να πυροβολήση εναντίον των, (λιμενεργατών) με άσφαιρα κατ’ αρχήν και ένσφαιρα κατόπιν. Συνεπεία τούτου εκ των απεργών εφονεύθησαν δύο και ετραυματίσθησαν τέσσαρις, μεταφερθέντες εις νοσοκομεία». «Επίσης συγκρούσεις μεταξύ απεργών και αστυνομικών εγένετο προ του νομαρχιακού καταστήματος καθ’ ην εφονεύθησαν δύο και ετραυματίσθησαν πέντε. Ο νομάρχης και ο διοικητής Χωροφυλακής ζητούν ενισχύσεις από το 11ον Σύνταγμα Τριπόλεως και εκ των αστυνομιών των πέριξ περιφερειών.» Και η ανακοίνωση τελειώνει ως εξής: «Τα γραφεία και τα καταστήματα της πόλεως παρέμειναν κλειστά ο δε λαός των Καλαμών ευρίσκεται εις τας οδούς. Αι αρχαί της πόλεως Καλαμών εζήτησαν από το Υπουργείο Εσωτερικών να κηρυχθεί η πόλις εις κατάστασιν πολιορκίας».

Να τι λέει και ένας από τους «ανθρώπους» των αφεντικών του μύλου. «Ήμουν υπάλληλος στους Κυλινδρόμυλους όταν γίνανε τα γεγονότα με τους λιμενεργάτες. Εκείνη την ημέρα κάποιοι σπρώξανε μια μαούνα για να γκρεμίσουν το σιλό. Πάνω στο καράβι που ξεφόρτωνε σιτάρι είχαν τοποθετηθεί στρατιώτες. Όταν η μαούνα πλησίασε κοντά στο φορτηγό, ο επικεφαλής του στρατού διέταξε πυρ. Μετά γίνανε συλλαλητήρια σε όλη την Καλαμάτα. Τα γεγονότα αυτά κράτησαν δυο-τρεις μέρες περίπου και το λιμάνι είχε αποκλειστεί. Εγώ μαζί με άλλους μείναμε κλεισμένοι στο μύλο όλο αυτό το διάστημα επειδή φοβόμαστε ότι θα μας χτυπούσαν!!!»

Και τώρα τα λόγια του Μιχάλη Φουρίδη ενός από τους τραυματίες που βρέθηκε μέσα στην φορτηγίδα. «Εμείς παιδί μου κάναμε διαμαρτυρία. Δεν είχαμε όπλα κι αυτοί μας χτύπησαν σαν να ήμασταν σκυλιά. Στρατός, αστυνομία και οι άλλοι από τον μύλο όλοι έριχναν με όπλα εναντίων μας. Μετά την επίθεση με την βοήθεια του κόσμου βγήκαμε έξω. Με πήγανε στην κλινική Αναστασιάδη… Μια σφαίρα με είχε τραυματίσει σοβαρά στο κεφάλι. Μετά την κλινική έφυγα και κρύφτηκα σε σπίτι «μυστικό». Ήμουνα στην επιτροπή και δεν έπρεπε ούτε να συλληφθώ ούτε να μιλήσω σε κανέναν. Εκεί στο σπίτι, τα μέλη της απεργιακής, μου φέρανε και φέρετρο νομίζοντας ότι θα πεθάνω από το τραύμα. Όποιος σκοτωνόταν εκείνη την μέρα απαγορευόταν από την αστυνομία να παραληφθεί από τους δικούς του και να θαφτεί. Δεν πέθανα όμως. Τι να το κάνεις και που έζησα πέρασα χειρότερα μαρτύρια…»

Ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Ανεξάρτητος» γράφει εκτός των άλλων στο φύλλο της 10ης Μαΐου: «…Η χθεσινή μέρα ανέτειλε υπό το καθεστώς αυτό της απιστεύτου στρατοκρατίας και τρομοκρατίας, δια να βαφή με το αίμα αθώων εργατών, βληθέντων δολίως και ατίμως υπό των ατυχών στρατιωτών οι οποίοι διετάχθησαν να ρίψουν στο ψαχνό!»


(ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, Δεκέμβριος 2002, φύλλο 9, σελ.18-19)

ΚΑΛΑΜΑΤΑ 1934






Στις αρχές του εικοστού αιώνα ο κόσμος εξακολουθούσε να συρρέει στις εκβιομηχανιζόμενες πόλεις για ένα «καλύτερο μέλλον», δηλαδή ένα κομμάτι ψωμί που του εξασφάλιζε η υποταγή του σε αυτό που κομψά αποκαλείται «αγορά εργασίας». Ένα ξεροκόμματο έπαιρναν και οι λιμενεργάτες και μυλεργάτες της Καλαμάτας από τους ιδιοκτήτες των μύλων που πλούτιζαν στην πλάτη τους.

Το ποτήρι ξεχείλισε όταν οι ιδιοκτήτες των μύλων, Πάστρας και Τραβασάρας, αγόρασαν ένα απορροφητικό μηχάνημα που θα μετέφερε το σιτάρι απευθείας από τα αμπάρια των πλοίων στα σιλό, παρακάμπτοντας τους λιμενεργάτες-φορτοεκφορτωτές. Η τεχνολογία όταν χρησιμοποιείται για την αύξηση της κερδοφορίας δεν σηματοδοτεί τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας αλλά αντίθετα απολύσεις και ανεργία, κάτι που οι εργαζόμενοι ζουν στο πετσί τους.

Το κράτος και τα αφεντικά για να αποφύγουν τις αντιδράσεις πρόσφεραν στους εργάτες 6 δραχμές ανά τόνο σιταριού που θα εκφόρτωνε η «ρουφήχτρα» και ταυτόχρονα άρχισαν να κινητοποιούν τις κατασταλτικές δυνάμεις του νομού. Στις 7 Μαΐου, η γενική συνέλευση των λιμενεργατών απέρριψε την προσφορά και αποκήρυξε τους συνδικαλιστές που βιάστηκαν, ως είθισται, να την αποδεχτούν. Αποφασίστηκε απεργία στην οποία συμμετείχαν και οι μυλεργάτες, τα καταστήματα του λιμανιού και το μεγαλύτερο μέρος της πόλης.

Τα εγκαίνια του απορροφητήρα είχαν προγραμματιστεί για την Τετάρτη 9 Μαΐου.΄Ηδη από την παραμονή η πόλη είχε νεκρώσει από την απεργία την ώρα που η εξουσία έστηνε τα πολυβόλα της, το στρατό και τη χωροφυλακή στο λιμάνι και τα αφεντικά οχύρωναν τους μύλους με τους μπράβους και τους τραμπούκους τους.

Την Τετάρτη 9 Μαΐου οι απεργοί που συγκεντρώνονται στο λιμάνι μαζί με τις οικογένειές τους και αλληλέγγυους καλαματιανούς για να αποτρέψουν την εκφόρτωση του πλοίου «Λίμνη» απωθούνται από τους στρατιώτες με τους υποκόπανους των όπλων. Το φρόνημα των απεργών δεν κάμπτεται και επιχειρούν να προσεγγίσουν το φρουρούμενο πλοίο από τη θάλασσα χρησιμοποιώντας μια βάρκα που σέρνει μια φορτηγίδα στην οποία επιβιβάζονται λιμενεργάτες, αλληλέγγυοι, ακόμα και παιδιά. Ο κόσμος στην προκυμαία τους ενθαρρύνει και ξαναπροσπαθεί να σπάσει τον κλοιό των στρατιωτών για να φτάσει στους μύλους. Τα όπλα του κράτους ξερνούν καυτό μολύβι. Δύο λιμενεργάτες νεκροί στη φορτηγίδα, τρεις νεκροί στην προκυμαία και πολλοί τραυματίες.
Με τα σώματα των νεκρών λιμενεργατών στους ώμους, οι εξεγερμένοι κατευθύνονται προς το κέντρο της πόλης που βράζει από αγανάκτηση καταστρέφοντας στο διάβα τους την Τράπεζα Αθηνών, κρατικά κτίρια και μέσα μεταφοράς, το σπίτι του Πάστρα και διαλύοντας τη στρατιωτική φρουρά. Και ενώ οι εξεγερμένοι μάχονται με πέτρες και με ξύλα, ο στρατός και η έφιππη χωροφυλακή ξαναχρησιμοποιούν τα όπλα. Άλλοι τρεις νεκροί στους δρόμους της πόλης, που η περισυλλογή τους θα απαγορευτεί για ώρες προς γνώση και συμμόρφωση...

Την επόμενη μέρα, 10 Μαΐου, οι κηδείες των νεκρών είναι ένα ξέσπασμα οργής απέναντι στην εξουσία και την εκμετάλλευση. Όλα τα σωματεία της πόλης απεργούν. Ο δικηγορικός σύλλογος Καλαμάτας καταγγέλλει ευθέως τις στρατιωτικές αρχές ως υπεύθυνες για τη σφαγή και η εφημερίδα «Ανεξάρτητος» γράφει: «...Η χθεσινή ημέρα ανέτειλε υπό το καθεστώς αυτό της απιστεύτου στρατοκρατίας και τρομοκρατίας, δια να βαφή με το αίμα αθώων εργατών, βληθέντων δολίως και ατίμως υπό ατύχων στρατιωτών οι οποίοι διετάχθησαν να ρίψουν στο ψαχνό!». Κάτω από τη γενική κατακραυγή, η εκφόρτωση του πλοίου ματαιώνεται και για τα μάτια του κόσμου απομακρύνονται από τη θέση τους ο νομάρχης, ο τοπικός στρατιωτικός διοικητής και ο διοικητής της χωροφυλακής, καθώς και ο λιμενάρχης. Οι πραγματικοί δολοφόνοι, οι λακέδες του κράτους και των αφεντικών, δεν δικάστηκαν ποτέ. Αντίθετα, αυτοί που θεωρήθηκαν πρωτεργάτες της εξέγερσης καταδικάστηκαν και πήραν το δρόμο της φυλακής και της εξορίας.

Για την εξέγερση της Καλαμάτας οι μεγαλύτερες απεργιακές κινητοποιήσεις έγιναν στη Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη που δύο χρόνια μετά, στις 9 Μαΐου 1936, πλήρωσε με 12 νεκρούς καπνεργάτες και εξεγερμένους το δολοφονικό μένος του κράτους και των εργοδοτών.

Από τότε και μέχρι σήμερα ακολουθούν εκατόμβες νεκρών...Τα κράτη και η εργοδοσία δεν διστάζουν να πυροβολούν, να δολοφονούν στους χώρους εργασίας (εργατικά «ατυχήματα»), να εξαθλιώνουν τους ανέργους, να ψεκάζουν με χημικά, να φυλακίζουν όσους αντιστέκονται στην απάνθρωπη λογική τους, να διεξάγουν πολέμους ξοδεύοντας αφειδώς τη ζωή των εργαζομένων.

Αν κλείσουμε τα αυτιά μας στις σειρήνες των δημοσκοπήσεων και τα μάτια μας στην τηλεοπτική προπαγάνδα και τολμήσουμε να τραβήξουμε τις γλοιωδέστατα χαμογελαστές μάσκες των πρωθυπουργών, υπουργών, πολιτικών, εργοδοτών, τραπεζιτών, χρηματιστών, θα βρεθούμε μπροστά στον βρυκόλακα της εξουσίας, της καταστολής, της εκμετάλλευσης, και δολοφόνο των λιμενεργατών και εξεγερμένων της Καλαμάτας του 1934 : Αντώνη Μαραγκουδάκη, Ανδρέα Σπάλα, Παναγιώτη Μπλίκου, Γιάννη Κολιτσιδάκη, Π. Πηλίκα, Βασίλη Γιαλατσινού, Βασίλη Καπετανέα, καθώς και μιας γυναίκας που σκοτώθηκε μέσα στο περίπτερό της και της οποίας το όνομα δεν διευκρινίζεται στον τοπικό τύπο της εποχής.